Γράφει ο Γιώργος Ευγενίδης

Ο Ευάγγελος Βενιζέλος, από την ώρα που έχει βρεθεί εκτός κορυφαίων αξιωμάτων, έχει λειτουργήσει πολλές φορές ως φάρος για την ανάλυση σύνθετων πολιτικών καταστάσεων. Αρκετές φορές, δε, έχει εισφέρει στο πολιτικό μας λεξιλόγιο σημαντικούς όρους που επεξηγούν αυτό που ζούμε. Ήδη, από το 2016, μίλησε για την απομάγευση της κοινωνίας από τον Αλέξη Τσίπρα, από το τέλος της άμετρης σαγήνης του πρωθυπουργού στις κοινωνικές μάζες και ειδικά σε αυτούς που απογοητεύτηκαν από τα πεπραγμένα των προηγούμενων και τους «μαύρισαν».
Η αλήθεια είναι, όμως, ότι η απομάγευση έμεινε στο στάδιο της… διάστασης. Δηλαδή, πολλοί ψηφοφόροι αποστασιοποιήθηκαν από τον κ. Τσίπρα, υπό το βάρος τόσο της διάψευσης των προσδοκιών της όσο και των νέων, επαχθών οικονομικών μέτρων που έλαβε η κυβέρνησή του, προκειμένου να ρεφάρει τη ζημιά στην αξιοπιστία της χώρας που δημιουργήθηκε από τη διαπραγμάτευση του 2015. Δεν έκαναν, όμως, αυτοί οι ψηφοφόροι το βήμα της οριστικής απαγκίστρωσης, του πολιτικού διαζυγίου. Με τον έναν ή με τον άλλον τρόπο, είτε έμεναν διαφωνώντας κοντά του, είτε εντοπίζονταν στην γκρίζα ζώνη των αναποφάσιστων στις δημοσκοπήσεις, χωρίς να είναι σαφές πού θα κατευθυνθούν στη συνέχεια.
Το Μακεδονικό, όμως, δεν είναι οικονομικό μέτρο. Δεν αγγίζει κάποιους περισσότερο και κάποιους λιγότερο, ανάλογα με τις πολιτικές στοχεύσεις της κυβέρνησης. Τα εθνικά θέματα είναι οριζόντια και αφορούν τους πάντες, ασχέτως του πώς τα προσλαμβάνει και τα αναλύει κανείς. Κάπως έτσι, το Μακεδονικό είναι πολύ πιθανό να αποτελέσει τον καταλυτικό παράγοντα της «απομάγευσης» κρίσιμων μαζών.
Αν τα οικονομικά και η διαχείρισή τους έφθειραν την κυβέρνηση, τα εθνικά θέματα μπορούν να την τραυματίσουν θανάσιμα. Υπάρχει μια ελπίδα σε κυβερνητικούς κύκλους: πως θα επαναληφθεί ό,τι και με τη δεύτερη αξιολόγηση. Τότε, η διαπραγμάτευση καθυστέρησε να κλείσει, κι όταν έκλεισε με έναν πολύ βαρύ λογαριασμό ο ΣΥΡΙΖΑ πήγε στα δημοσκοπικά τάρταρα.
Μέσα σε ένα τρίμηνο, όμως, ρέφαρε και διόρθωσε τη διαφορά σε πολύ πιο λογικές τιμές, εκμεταλλευόμενος το γεγονός ότι και η ΝΔ δεν είχε ακόμα διαμορφώσει ένα καταλυτικό ρεύμα νίκης υπέρ της. Εδώ, όμως, δεν είναι το ίδιο πράγμα. Στο πεδίο της οικονομίας, μπορείς κάτι παραπάνω να δώσεις, κάπως να αλλάξεις τα πράγματα υπέρ σου. Στο πεδίο των εθνικών θεμάτων, όμως, κάθε κίνηση έχει συνέπειες και δημιουργεί τετελεσμένα.
Κάπως έτσι και αυτή η συμφωνία που δρομολογείται. Όποιος διαφωνεί με αυτήν, δεν είναι υποχρεωτικά εθνικιστής, ούτε ακροδεξιός, ούτε εντάσσεται στο σκοτεινό μέτωπο. Αν αυτό είναι το κεντρικό επιχείρημα της κυβέρνησης, είναι απίστευτα αταβιστικό. Μετριοπαθείς άνθρωποι, ψύχραιμοι, που πιστεύουν ότι το θέμα πρέπει κάπως και κάποτε να κλείσει, αισθάνονται άσχημα με το περιεχόμενο της συμφωνίας. Και, δυστυχώς για την κυβέρνηση, η συμφωνία τους έχει χτυπήσει πρωτίστως στο συναίσθημα. Το ίδιο συναίσθημα που για τον ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και τους ΑΝΕΛ, αποτέλεσε κινητήριο μοχλό, αυτό το ίδιο μπορεί να γυρίσει μπούμερανγκ.
Τα όσα γίνονται στο πεδίο των εθνικών θεμάτων δεν περνούν έτσι εύκολα στη λήθη. Και, επειδή ο πολιτικός χρόνος μέχρι τις επόμενες εκλογές δεν είναι άπειρος, πλέον το Σκοπιανό θα είναι με ένταση θέμα της πολιτικής ατζέντας. Αυτό, ομολογουμένως, δεν μπορώ να φανταστώ πώς θα γυρίσει επ’ ωφελεία της κυβέρνησης.

από rizopoulospost.com