Ενισχυση της 8ης Μεραρχιας!

 

Οι συνεχόμενες προκλήσεις από την πλευρά του Αλβανού πρωθυπουργού Έντι Ράμα με επιθετικές δηλώσεις που επιχειρούν να βάλουν στο τραπέζι θέμα «Τσαμουριάς» και μάλιστα σε μια στιγμή που ομολογούνται ανοιχτά και χωρίς προσχήματα αποφάσεις των αλβανικών αρχών σε βάρος Ελλήνων της Χειμάρρας, (με σύμμαχο, δυστυχώς, τον Έλληνα Δήμαρχο της περιοχής για την εκλογή του οποίου ο Ράμα έδωσε προσωπική μάχη), δεν είναι τυχαίες και ούτε κεραυνός εν αιθρία.

Οι κινήσεις και οι ενέργειες του Αλβανού πρωθυπουργού δεν θα έπρεπε ούτε να ξαφνιάζουν, ούτε να αιφνιδιάζουν. Χτίστηκαν βήμα- βήμα από τη στιγμή που ανέλαβε την εξουσία. Η αρχή άλλωστε είχε γίνει με την ακύρωση της συμφωνίας για την υφαλοκρηπίδα που είχε υπογραφεί μεταξύ Ελλάδας και Αλβανίας. Στη συνέχεια, ενστερνίστηκε πλήρως το ακραίο εθνικιστικό κόμμα των Τσάμηδων, δίνοντάς τους θέση στο κυβερνητικό σχήμα, στο οποίο μέχρι τότε μετείχε το ΚΕΑΔ- Ομόνοια με τον Βαγγέλη Ντούλε.

Οι τελευταίες προκλήσεις αποτελούν χωρίς αμφισβήτηση  μια συνειδητή επιλογή της αλβανικής πλευράς να ανοίξει μέτωπο με την Ελλάδα, την ίδια χρονική στιγμή που εξ ανατολών ο τούρκος Πρόεδρος Ταγίπ  Ερντογάν συνεχίζει να αμφισβητεί το status quo που δημιούργησε η Συνθήκη της Λωζάννης.

Βρισκόμαστε συνεπώς μπροστά σε μια συντονισμένη εκδήλωση επιθετικής ρητορικής σε βάρος της Ελλάδας, στο πλαίσιο προφανώς μια τουρκο-αλβανικής στρατηγικής συμμαχίας. Δεν είναι άλλωστε η πρώτη φορά. Αυτή η συμμαχία ανάβει και σβήνει και προωθεί διαχρονικά και συστηματικά τα συμφέροντα των δύο πλευρών σε βάρος της χώρας μας.

 

Ατυχείς ελληνικοί χειρισμοί

Εν τω μεταξύ, εμείς μιλάμε στα τηλέφωνα και ο  πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας  επικοινώνησε τηλεφωνικά με τον Έντι  Ράμα  κι έπεσαν οι τόνοι… Για πόσες μέρες; Γιατί πολύ σύντομα ο Ράμα θα επανέλθει, και με βάση τη στρατηγική του θα επανέλθει κλιμακώνοντας το επιθετικό ύφος σε βάρος της χώρας μας. Κι αυτά που λέει περί «στρατηγικής εταιρικής σχέσης», δεν είναι πάρα στάχτη στα μάτια που κανένας στοιχειωδώς νοήμων άνθρωπος δεν μπορεί να τα πάρει στα σοβαρά.

Οι επιεικώς ατυχείς χειρισμοί της ελληνικής πλευράς και ιδιαίτερα της  ηγεσίας του Υπουργείου Εξωτερικών στις ελληνο-αλβανικές σχέσεις επιβεβαιώθηκαν, δυστυχώς με το χειρότερο δυνατό τρόπο για την Ελλάδα, στην πρόσφατη Έκθεση  της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την Αλβανία.

 Η απουσία έστω και της παραμικρής αναφοράς στην προκλητική στάση της αλβανικής πλευράς σε σημαντικά ζητήματα, όπως η  ανακίνηση αξιώσεων  περί  «τσάμικου ζητήματος» ή η ανεπαρκής προστασία των δικαιωμάτων της Ελληνικής Εθνικής Μειονότητας, αποτελεί σοβαρή διπλωματική ήττα για την Κυβέρνηση.
Αποδεικνύεται, έτσι, ότι η καινοφανής στρατηγική της ελληνικής πλευράς να προχωρήσει στη θέσπιση ενός κοινού μηχανισμού για την αντιμετώπιση των εκκρεμών διμερών ζητημάτων ήταν εξαιρετικά εσφαλμένη.
Αποδεικνύεται επίσης ότι η επίσημη καταγραφή  αυτού του μηχανισμού από την ΕΕ,  όχι μόνο  επέτρεψε στην αλβανική πλευρά να θέσει ενώπιον τρίτων μια σειρά από παράλογες αξιώσεις, αλλά δημιούργησε τις προϋποθέσεις ώστε να αποσυνδεθεί η πορεία προόδου των ελληνο-αλβανικών σχέσεων από την πορεία της Αλβανίας προς την ΕΕ.

 

Οι ξεκάθαροι στόχοι της Αλβανίας

Ο Αλβανός πρωθυπουργός  έχει ξεκάθαρους στόχους και χρησιμοποιεί την Χειμάρρα, στην παρούσα φάση, για να τους πετύχει:

– Καταφέρνει και συσπειρώνει τους ακραίους εθνικιστικούς κύκλους της Αλβανίας, που αυτό μεταφράζεται σε ψήφους στις εκλογές που ακολουθούν σε λίγους μήνες.

– Ισχυροποιείται στο εσωτερικό πολιτικό σκηνικό.

– Και το σημαντικότερο, αλλάζει την ατζέντα.

Την τελευταία περίοδο βρίσκονταν κυριολεκτικά με την πλάτη στον τοίχο, εξ αιτίας της έκρηξης στην καλλιέργεια ναρκωτικών. Τόσο η αντιπολίτευση όσο και οι ξένες διπλωματικές αποστολές έθεταν σε καθημερινή βάση το θέμα.  Η καλλιέργεια χασίς έχει πάρει πρωτοφανείς διαστάσεις στην Αλβανία. Μπορεί ο Ράμα να ξερίζωσε το Λαζαράτι, αλλά δικοί του άνθρωποι πλέον, έχουν δημιουργήσει εκατοντάδες μικρά και μεγαλύτερα «Λαζαράτια» σε όλη την χώρα.

Υπουργοί, αστυνομικοί, δικαστές, κρατικοί λειτουργοί, φέρονται αναμεμειγμένοι στην καλλιέργεια και τη διακίνηση των ναρκωτικών, που παράγει χρήμα, παράνομο πλούτο δηλαδή, πολιτική ισχύ και αποσταθεροποίηση.  Ναρκωτικά και εθνικισμός,  είναι το εκρηκτικό μείγμα στο οποίο κύλησε την Αλβανία ο  Έντι Ράμα.

Η Ελλάδα από την πλευρά της, εμφανίζεται για μία ακόμη φορά χωρίς πυξίδα και προσανατολισμό. Ουσιαστικά, με την στάση του Έλληνα υπουργού Εξωτερικών Νίκου Κοτζιά στα Τίρανα, η χώρα μας άνοιξε την κερκόπορτα και έβαλε στο τραπέζι των συζητήσεων το ανύπαρκτο  «τσάμικο ζήτημα» ενώ δείχνει να σύρετε πίσω από τις άναρθρες, ακραίες φωνές του Αλβανού Πρωθυπουργού και των συνεργατών του.

Στην προκειμένη περίπτωση η Χειμάρρα δεν αποτελεί το δάσος αλλά το δέντρο… Γιατί το δάσος είναι ο νόμος για τις μειονότητες που «έκοψε και έραψε» η Κυβέρνηση των Τιράνων και με τον οποίο ουσιαστικά «εξαφανίζει» όχι μόνο την Ελληνική αλλά όλες τις μειονότητες από τη χώρα.  Το δάσος είναι η συνολική πολιτική έναντι του Ελληνισμού της Αλβανίας, ο οποίος είναι ο πρώτος που πληρώνει «το μάρμαρο», κάθε φορά που οξύνονται οι διμερείς σχέσεις.

Η Χειμάρρα έχει ωστόσο μία ιδιαιτερότητα. Δεν είχε αναγνωριστεί ουδέποτε ως μειονοτική ζώνη από την Αλβανία, παρότι στην παλιά πόλη και στα χωριά ο πληθυσμός ήταν αμιγώς ελληνικός. Συνάμα αποτελεί το καλύτερο παραθαλάσσιο φιλέτο της χώρας. Και τα Τίρανα δεν θα εγκαταλείψουν εύκολα «το σχέδιο αναμόρφωσης και τουριστικής ανάδειξης» που περιλαμβάνει κατεδαφίσεις, καταπατήσεις και υφαρπαγές περιουσιών Ελλήνων κι από πίσω ισχυρά οικονομικά συμφέροντα.

 

Βαλκανική  στρατηγική   αποφασιστικότητας         

 Οι εξελίξεις αυτές οδηγούν πολλούς στην πρόταση για   σύγκλιση του  Συμβουλίου των πολιτικών αρχηγών υπό τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, με αποκλειστική ατζέντα την εξωτερική πολιτική και τα εθνικά θέματα. Και πράγματι, ένα από τα κύρια ζητούμενα μιας τέτοιας συζήτησης θα πρέπει να είναι η διαμόρφωση μιας νέας εθνικής στρατηγικής για τα Βαλκάνια. Γιατί αυτή τη στιγμή δεν έχουμε καμία στρατηγική, μετά την κατάρρευση του «οράματος» Σημίτη να «αλώσουμε» από τα μέσα τους γείτονες διά του τραπεζικού συστήματος.

Βαλκανική στρατηγική αυτή την ώρα σημαίνει, σύμφωνα με διπλωματικούς κύκλους, πρωτίστως άμεση και ευρείας έκτασης αναβάθμιση των σχέσεών μας με τη μόνη πραγματικά φίλη χώρα στην ευρύτερη περιοχή μας, τη Σερβία. Όχι στη βάση της θεωρίας του «ορθόδοξου τόξου» αλλά στη βάση συγκεκριμένων  και πραγματικών  συμφερόντων Ελλάδας και Σερβίας, τα οποία ταυτίζονται για λόγους γεωπολιτικούς και ιστορικούς.

Θα πρέπει επίσης το μήνυμα της αποφασιστικότητας που εκπέμπεται από την πολεμική μας Αεροπορία στο Αιγαίο, να μεταδοθεί με την ίδια ένταση και προς την αλβανική πλευρά με την ενίσχυση  της 8ης Μεραρχίας Ιωαννίνων, ενόσω η πολιτική ηγεσία της χώρας θα επανεξετάζει το αν ήταν ορθή ή όχι η απόφαση της άρσης του εμπολέμου με την Αλβανία, το οποίο ενδεχομένως θα πρέπει να επανέλθει ως ενδεχόμενο στο τραπέζι.

Δεν μιλούμε για επικοινωνιακές κινήσεις εσωτερικού τακτικισμού (η ΝΕΑ ΕΠΟΧΗ έχει σχετική ανάλυση σε άλλη σελίδα), όπως αυτή της πρόσφατης επίσκεψης του Υπουργού Άμυνας Πάνου Καμένου αλλά για ουσιαστική αναβάθμιση της στρατιωτικής παρουσίας στην Ήπειρο και ειδικά στην ελληνοαλβανική  μεθόριο.

Όπως επίσης η ελληνική εξωτερική πολιτική πρέπει να καταστήσει σαφές ότι ο δρόμος της Αλβανίας προς την Ευρώπη περνάει μέσα από την Ελλάδα, από το σεβασμό δηλαδή της ελληνικής εθνικής μειονότητας, των συνόρων  και της  ιστορίας και ότι οι προενταξιακές διαπραγματεύσεις θα συνεχιστούν μόνο όταν η αλβανική πλευρά συμμορφωθεί και πάψει να θέτει ανύπαρκτα ζητήματα.

Τα «τηλέφωνα» είναι καλά μόνο για να κερδίζουμε χρόνο. Θα είναι ασυγχώρητο εθνικό σφάλμα που θα το βρούμε πολύ σύντομα μπροστά μας, αν εφησυχάσουμε και  μείνουμε μόνο  σ’ αυτά.

Επιπλέον, η αλλαγή σκυτάλης στον Λευκό Οίκο διαμορφώνει νέα δεδομένα και οι αντιλήψεις της νέας αμερικανικής διακυβέρνησης για την ισλαμική απειλή στη Νοτιοανατολική Ευρώπη όπως και για τις αδικίες σε βάρος των Σέρβων, δίνουν, για πρώτη φορά τις τελευταίες δεκαετίες, έδαφος για να προωθήσει η Ελλάδα μια νέα βαλκανική στρατηγική αποφασιστικότητας που θα στηρίζεται όχι στην οικονομική της υπεροχή (που έχει πληγεί από την κρίση και δεν μπορεί να αποφέρει τίποτα) αλλά σε πολιτικές κινήσεις που έχουν να κάνουν  με τη συμμετοχή της στην Ε.Ε.