Αρχίζει σιγά-σιγά η κουβέντα για τις υποψηφιότητες των δημάρχων όλης της χώρας. Και αρχίζουμε και διαβάζουμε σιγά σιγά και για τις επιλογές της Νέας Δημοκρατίας. Και διαπιστώνουμε ότι η εικόνα δεν είναι καθόλου μα καθόλου καλή.
Σε πάρα πολλές πόλεις της Ελλάδας εμφανίζονται πολλαπλές υποψηφιότητες από το χώρο της δεξιάς οι οποίες πρόκειται να διαγωνιστούν για τη θέση στον δεύτερο γύρο. Η εικόνα αυτή είναι εξ ορισμού κακή και σαν να μην έφταναν όλα αυτά αντιλαμβανόμαστε πως υπάρχουν προσπάθειες τα μικρά ρήγματα αυτά να μονιμοποιηθούν, με τη Νέα Δημοκρατία ως κόμμα να προσπαθεί να επιβάλει επισήμως υποψήφιους και χρίσματα.
Αυτό προκαλεί δύο προβλήματα. Πρώτον εμφανίζει το Μητσοτάκη ανακόλουθο με τις εξαγγελίες του πως δεν θα πρέπει να δοθούν χρίσματα και πώς θα επιτρέψει στις τοπικές κοινωνίες να εκφραστούν με χαλαρή κομματική ψήφο. Το δεύτερο και σημαντικότερο είναι πως οι σκληρές κομματικές υποψηφιότητες διώχνουν από τη Νέα Δημοκρατία τους πασοκογενείς της ψηφοφόρους οι οποίοι δεν είναι συνηθισμένοι στα κλασικά προβλήματα της Νέας Δημοκρατίας με τα χρίσματα και τις στηρίξεις. Συγκεκριμένα τους κάνει αλγεινή εντύπωση αυτό το γεγονός. Είναι εικόνα αλαζονείας για την επικράτηση της Νέας Δημοκρατίας στις αυτοδιοικητικές εκλογές η οποία δεν είναι καθόλου θελκτική για πάρα πολλούς ψηφοφόρους, όχι μόνο Πασοκογενείς αλλά και κλασικούς δεξιούς οι οποίοι μέσα από τη διαδικασία της οικονομικής κρίσης εμφανίζουν σε μεγάλο βαθμό απεξάρτηση από το φαινόμενο της τυφλής υπακοής στα κομματικά χρίσματα.
Και στην ουσία όμως του πράγματος αυτό μας δημιουργεί ανησυχία για τη συμπεριφορά των κομματικών στελεχών της Νέας Δημοκρατίας μετά τις βουλευτικές εκλογές πλέον ως κυβέρνησης είτε αυτοδύναμες είτε σε συνεργασία με άλλα κόμματα. Η πολιτική κατάσταση σήμερα επιζητεί κοινωνικές συναινέσεις ευρείες και προς Θεού όχι κομματικές συναινέσεις ειδικά με τον ΣΥΡΙΖΑ ο οποίος προκαλεί απέχθεια με τη συμπεριφορά του στο μεγαλύτερο μέρος των ψηφοφόρων. Για να υπάρξουν όμως σε πολιτικές συναινέσεις είναι απαραίτητο ο ψηφοφόρος να μην αισθάνεται έρμαιο των πολιτικών παιγνίων και της καμαρίλας έτσι ώστε να εμπιστευτεί τον πολιτικό του εκπρόσωπο. Φαινόμενα υποδείξεων εκλεκτών ως δημάρχων τα οποία προκύπτουν από την επιρροή κομματικών πατρώνων δεν αποτελούν σε καμία περίπτωση ενθαρρυντικά σημεία.
Η Νέα Δημοκρατία εμφανίζει σταθερά ένα ποσοστό 30% το οποίο λαμβάνει από τις εκλογές του Ιουνίου του 2012 και σε όλες τις έκτοτε εκλογικές αναμετρήσεις. Στο ποσοστό αυτό αθροίζονται και πάρα πολλοί πρώην ψηφοφόροι του ΠΑΣΟΚ οι οποίοι είναι κάτι λιγότερο από τους μισούς στην πράξη. Και αυτοί συσπειρώνονται στη Νέα Δημοκρατία για δύο λόγους: Πρώτον για να φύγει ο Τσίπρας και δεύτερον γιατί η Νέα Δημοκρατία δίνει την εντύπωση πως είναι το μόνο σοβαρό κόμμα το οποίο μπορεί να κυβερνήσει. Με αυτή την κακή εντύπωση στις αυτοδιοικητικές εκλογές δεν είναι καθόλου σίγουρο πώς αυτοί οι ψηφοφόροι θα συνεχίσουν να έχουν την εντύπωση πως ο δεύτερος λόγος ισχύει, πράγμα που καθιστά επισφαλή την παραμονή τους στην κάλπη της Νέας Δημοκρατίας είτε προεκλογικά είτε μετεκλογικά. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα μετεκλογικά αφού μετά τις εκλογές ο πρώτος λόγος θα έχει εκλείψει μιας και ο Τσίπρας θα έχει φύγει από την κυβέρνηση. Στο σημείο που βρίσκεται η Νέα Δημοκρατία το σημαντικότερο είναι να μην κάνει λάθη και η συμπεριφορά της όσον αφορά τις αυτοδιοικητικές εκλογές είναι λάθος.
Από τη στιγμή που η Νέα Δημοκρατία εμφανίζεται ως κόμμα να μην μπορεί να συγκρατήσει τις φιλοδοξίες των στελεχών της οι οποίοι θέλουν με την ευκαιρία της απλής αναλογικής να συμμετέχουν ως υποψήφιοι δήμαρχοι στο πολιτικό παιχνίδι, τότε από το να συγκρουστεί μαζί τους και να δημιουργήσει δυσανάλογα μεγάλες πολιτικές τριβές είναι προτιμότερο να συνεργαστεί με όλους εκμεταλλευόμενη την απλή αναλογική με το εξής σκεπτικό: Οι πολλαπλές υποψηφιότητες από το χώρο της Νέας Δημοκρατίας δίνουν στους υποψήφιους τους αυξημένη πιθανότητα συνεργατικά να πάρουν πάνω από τους μισούς δημοτικούς συμβούλους σε κάθε Συμβούλιο και σε περίπτωση συνεργασίας τους στο δεύτερο γύρο να καταλάβουν και τους δημαρχιακούς θώκους. Σημειωτέον πως για να κυβερνηθεί με το νέο νόμο αποτελεσματικά ένας Δήμος δεν αρκεί η εκλογή δημάρχου μόνη της ούτε μόνη της η πλειοψηφία στο συμβούλιο, αντιθέτως χρειάζονται και τα δύο. Αυτό αποτελεί αντικείμενο κομματικής απόφασης στα υψηλά κλιμάκια.
Αν δε η απόφαση είναι να υπάρξει σε κάθε δήμο ένας υποψήφιος, πράγμα το οποίο στην ουσία θα οδηγήσει σε μονόδρομο επιλογής συνεργασίας με άλλη δύναμη ή ήττας, τότε η πλέον σώφρων επιλογή θα ήταν η διεξαγωγή προκριματικών εκλογών σε κάθε δήμο ο οποίος αντιμετωπίζει προβλήματα πολλαπλών υποψηφιοτήτων.
Από τα ως τώρα δεδομένα και τις πληροφορίες από όλη την Ελλάδα δεν προκύπτει πώς αυτό έχει αποφασιστεί καθώς ο Μητσοτάκης διαλαλεί μία στρατηγική πολύ λίγων χρισμάτων σε μεγάλες πόλεις της Ελλάδος και μόνο, ενώ αντιθέτως τα κομματικά στελέχη προχωρούν σε σκληρή πολιτική χρισμάτων στις πρωτεύουσες των νομών. Την πολιτική αυτή των κομματικών στελεχών καλό είναι η Νέα Δημοκρατία να την εγκαταλείψει γιατί της προκαλεί απώλεια ψήφων στις εθνικές εκλογές, προκαλεί μεγάλες εσωτερικές τριβές και αποσπάσεις διαφόρων πολιτικών ομάδων, αλλά και γιατί η ίδια έχει μακρά ιστορία τεράστιας ταλαιπωρίας από την δημιουργία κομματικών μαγαζιών εντός αυτής πράγμα το οποίο είναι πολύ πιθανό να συμβεί αν συγκεκριμένα στελέχη επιβάλλουν τις απόψεις τους για τους κομματικούς εκλεκτούς καθώς στο βάθος παραμονεύει ο κίνδυνος υπονόμευσης. Αν όχι από τώρα τότε σίγουρα μετεκλογικά καθώς αυτή θα είναι μία καλή μαγιά για κάποιον επόμενο πρόεδρο.
Καλό είναι η Νέα Δημοκρατία να σοβαρευτεί και να αφήσει και την επίδειξη πυγμής και τις προσωπικές πολιτικές και να δει τις αυτοδιοικητικές εκλογές κυρίως σαν εκλογές στις οποίες θα πρέπει να δείξει σοβαρό πρόσωπο. Και αν ο Τσίπρας κάνει τις εκλογές το Μάιο του 2019 τότε η Νέα Δημοκρατία θα έχει σοβαρό πρόβλημα.

πηγή: www.antinews.gr