Μετά τη συμφωνία του Eurogroup της 24ης Μαΐου και υπό το πρίσμα των οικονομικών δεδομένων, η κατάσταση φαίνεται πιο ελπιδοφόρα για την Ελλάδα και την Ευρωζώνη. Εάν όμως κρίνουμε την ευρωπαϊκή πολιτική από τα συνολικά της αποτελέσματα, η χώρα βρίσκεται στο χείλος της αβύσσου.

Από τις ημέρες της μεγάλης κρίσης, που εισήχθη από τις Ηνωμένες Πολιτείες, η Ελλάδα υποχρεώθηκε να εφαρμόσει μέτρα λιτότητας, τα οποία επιδείνωσαν την οικονομική κρίση, φτωχοποιώντας τη χώρα, αυξάνοντας την ανεργία, το χρέος και το δημόσιο έλλειμμα.

Επιπλέον, η λιτότητα συνεχίζει να καταστρέφει τον οικονομικό και κοινωνικό ιστό της χώρας, αποσταθεροποιώντας ταυτόχρονα το πολιτικό σύστημα. Αυτός ο φαύλος κύκλος συνυπάρχει με ένα ενιαίο νόμισμα, το οποίο όμως αναμενόταν, όταν δημιουργήθηκε, να συμβάλει ώστε η νομισματική ένωση να είναι ένας κύκλος αλληλεγγύης και από κοινού άσκησης των κυριαρχικών δικαιωμάτων των κρατών-μελών της. Ομως, η μεγάλη ύφεση αποφάσισε διαφορετικά.

Το προπατορικό αμάρτημα του κοινού ευρωπαϊκού νομίσματος οφείλεται στη Συνθήκη του Μάαστριχτ, που επιβάλλει την οικονομική ορθοδοξία και αναθέτει την ευθύνη εφαρμογής της στα κράτη-μέλη, χωρίς καμία πρόβλεψη για αλληλεγγύη και συγκεκριμένα μέτρα για την αντιμετώπιση της κρίσης. Ακόμη χειρότερα, η Συνθήκη της Λισσαβώνας, της οποίας η έναρξη ισχύος συμπίπτει με την απαρχή της κρίσης του 2008, επισφραγίζει τη μονόπλευρη πολιτική των κυρώσεων προς τα κράτη-μέλη, παραβλέποντας τη φορολογική και την τραπεζική πολιτική, καθώς και οποιαδήποτε λήψη θετικών μέτρων. Η Ιρλανδία, η Πορτογαλία και κυρίως η Ελλάδα υπέστησαν σοβαρό πλήγμα από την κρίση χρέους και τη συνακόλουθη ύφεση. Ως εκ τούτου, το Eurogroup καταφεύγει αποκλειστικά στη λιτότητα, που επιφέρει εξαθλίωση της μεσαίας τάξης και επιδεινώνει τη φτώχεια για τις πλέον ευάλωτες ομάδες.

Πότε θα αναγνωριστεί επιτέλους η λανθασμένη πορεία της συνεχούς αύξησης των φόρων και της περικοπής των συντάξεων που υιοθετήθηκαν πρόσφατα καταναγκαστικά, για μία ακόμη φορά, από την ελληνική Βουλή; Επιπλέον, οι πρόσφατες προσφυγικές και μεταναστευτικές ροές χωρίς προηγούμενο, ιδίως προς την Ελλάδα, και ο βραδύς ρυθμός της συνδρομής της Ευρωπαϊκής Ενωσης κατέστησαν ακόμα πιο δραματική την κατάσταση.

Γνωρίζουμε ότι από την ευρωπαϊκή ενίσχυση των 220 δισ. ευρώ, που χορηγήθηκαν στην Ελλάδα για την αντιμετώπιση της κρίσης, πάνω από το 60% κατέληξε στο ΔΝΤ και στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα για αποπληρωμή δανείων; Μόνο το υπόλοιπο 40% περιήλθε στα δημόσια οικονομικά και στην πραγματική οικονομία της Ελλάδας.

Πώς θα εξέλθει η χώρα από την ύφεση δίνοντας νέα πνοή στην οικονομία και στην κοινωνία; Υποχωρώντας στις απαιτήσεις των δανειστών, η κυβέρνηση συνεχίζει να καταπνίγει την οικονομία και να παραμελεί τόσο την απαραίτητη ώθηση στις δημόσιες και ιδιωτικές επενδύσεις όσο και τις οφειλές της, ύψους 7 δισ., προς τις επιχειρήσεις και τους ιδιώτες, προκειμένου να αποφευχθούν περαιτέρω πτωχεύσεις και αύξηση της ανεργίας.

Επιπλέον, οι επιβληθείσες στη Ρωσία κυρώσεις είχαν ως αποτέλεσμα τη μείωση των εξαγωγών των ελληνικών αγροτικών προϊόντων προς τη Ρωσία! Πρόκειται για «αυτοκυρώσεις» που επιπροσθέτως διχάζουν την Ε.Ε. και κάνουν αισθητή την έλλειψη κοινής στρατηγικής.

Με ποιον τρόπο είναι δυνατόν, την ίδια στιγμή, να σταθεροποιηθεί και στη συνέχεια να αναζωογονηθούν η οικονομία της χώρας και η κοινωνία, να αντιμετωπιστεί η διαρροή εγκεφάλων και κεφαλαίων και στη συνέχεια να τα προσελκύσει εκ νέου μια ανανεωμένη και δυναμική Ελλάδα;

Είναι απαραίτητη μια συνδυασμένη προσπάθεια της Ελλάδας με το Eurogroup, η οποία θα περιλαμβάνει δέσμη κατάλληλων μέτρων τόσο στο μέτωπο του χρέους όσο και στο μέτωπο των επενδύσεων. Για παράδειγμα, αναφέρουμε την ανάληψη από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας του οφειλόμενου ακόμη από την Ελλάδα στο ΔΝΤ χρέους των 20 δισ. ευρώ, που είναι σήμερα επιβαρυμένο με επιτόκια της τάξης του 4-5%, η οποία θα επέτρεπε την απογείωση του επιτοκίου στο 1%.

Παράλληλα, 43 σχέδια επενδύσεων, ιδιωτικών και δημόσιων/ΣΔΙΤ, παρουσιάστηκαν πρόσφατα από την Ελλάδα στο πλαίσιο του σχεδίου Γιούνκερ.

Η Ελλάδα δεν μπορεί να δει την έξοδο από την κρίση χωρίς συνολική στήριξη, χωρίς να ληφθούν υπόψη η κοινωνική διάσταση, οι επενδύσεις, καθώς και η ελάφρυνση του χρέους. Η συνεχής παράταση της λιτότητας δημιουργεί πρόσφορο έδαφος για την επικράτηση ακραίων στοιχείων, που μπορεί να οδηγήσουν σε απολυταρχικές πρακτικές, γεγονός που απέχει πολύ από τις ευρωπαϊκές υποσχέσεις για δημοκρατία και ευημερία.

Ελλείψει οποιασδήποτε κοινωνικής διάστασης και συνολικής πολιτικής της Ευρωζώνης, η Ελλάδα βυθίζεται συνεχώς σε ανθρωπιστική και υγειονομική κρίση, όπως εξάλλου επισημαίνει με ανησυχία και ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας. Ωστόσο, είναι αξιοθαύμαστο και ελπιδοφόρο να διαπιστώνει κανείς ότι οι Ελληνες παραμένουν με πολύ μεγάλη πλειοψηφία πιστοί και στο ευρώ και στην Ευρωπαϊκή Ενωση και ότι, παρά το δράμα τους, προσφέρουν γενναιόδωρη υποδοχή στους πρόσφυγες.

Σε προφανή διάσταση από τις δεσμεύσεις της για ειρήνη, δημοκρατία και ευημερία, η Ευρωπαϊκή Ενωση είναι εκτεθειμένη σήμερα σε μια δέσμη απειλών, εσωτερικών και εξωτερικών, που απαιτούν αλληλέγγυα δράση από τους εταίρους και έναν ομοσπονδοποιημένο πυρήνα, προκειμένου να διασφαλιστεί η επιβίωση του ευρώ, της Ε.Ε. της προόδου, ευημερίας και συνοχής, και του ρόλου της στον κόσμο στη νέα εποχή της παγκοσμιοποίησης.

Επείγει να δοθεί νέα και πολύ ισχυρή ώθηση στην πολιτική, κοινωνική και οικονομική ένωση στη Ζώνη του Ευρώ, πέρα από τη σημερινή μονοδιάστατη νομισματική ένωση, με βάση τον «σκληρό πυρήνα» των προτάσεων του 1994 του Βόλφγκανγκ Σόιμπλε – η οποία, σύμφωνα με την καγκελάριο Μέρκελ, αποτελεί προϋπόθεση για τα ευρωομόλογα και ένα New Deal για την Ευρωζώνη.

* Ο καθηγητής Dusan Sidjanski, τ. ειδικός σύμβουλος του προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Jose Manuel Baroso, είναι ιδρυτής του Τμήματος Πολιτικών Επιστημών του Πανεπιστημίου της Γενεύης και συνιδρυτής, μαζί με τον Denis de Rougemont, του Πανεπιστημιακού Ινστιτούτου Ευρωπαϊκών Σπουδών. Επίσης, είναι μέλος του συμβουλίου του Διεθνούς Ιδρύματος Λάτση και πρόεδρος ε.τ. του Ευρωπαϊκού Κέντρου Πολιτισμού.